Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Σκέψεις συναδέλφων και δικές μου


Η Ιστορία κάθε λαού διαγράφεται μέσα από μια τροχιά πολλών αιώνων που γίνεται τόσο μακρύτερη, όσο μακρύτερα στον ορίζοντα της δόξας πάλεψε το ψέμα με την αλήθεια, η αδικία με τη δικαιοσύνη, η ομορφιά με την ασχήμια, η λευτεριά με τη λύτρωση. Και κάπου –κάπου, σημαδιακά λες, σταματά και κάνει γερές τομές στο χρόνο, νικά τον άνθρωπο και τον ξεπερνάει ακόμη και φτάνει να θεμελιώσει στιγμές, να καταξιώσει ανθρώπινες μορφές , να μνημειώσει το χρόνο.
            Έτσι και η ιστορία του ελληνικού κόσμου ζύγωσε  αποφασιστικά και θεμελιώθηκε με δύναμη στη μέρα της 25ης  Μάρτη που σημάδεψε την ψυχή του ραγιά.
Ένας νέος άνθρωπος ξυπνούσε τώρα ύστερα από μακροχρόνιο ύπνο, ένας άνθρωπος που αποζητούσε μια καινούργια ονομασία και πετούσε αυτή που θύμιζε τη ντροπή της σκλαβιάς. Έτσι οι Ρωμιοί και «Ρωμαίικο»ρίχνονται μακριά κι ο τόπος και τα χαρτιά και η Ελλάδα γεμίζουν Έλληνες και ελληνικό. Όταν γινόταν λόγος για το λαό των προεπαναστατικών καιρών όλα τα κείμενα ξέρουν μόνο ρωμιούς και γραικούς τους ραγιάδες, όχι Έλληνες. Μα οι χρονικογράφοι του 21, οι αγράμματοι κι οι αμόρφωτοι, που δεν γνώρισαν άλλο σκολειό απ’ το σκολειό της φωτιάς ένα όνομα ξέρουν και θέλουν για τους συναγωνιστές τους: οι Έλληνες, οι αθάνατοι Έλληνες τα λιοντάρια αγαπά να λέει ο Μακρυγιάννης. Τα’ όνομα έμενε στη συνείδηση των απλών ανθρώπων σα σύμβολο λεβεντιάς και δύναμης. Πίστευαν τους Έλληνες σα στοιχειά κάποιου παλιού καιρού που τα έργα τους δείχνονται στα παλιά χαλάσματα κι ευρήματα με τις τεράστιες πέτρες, με τους πελώριους τάφους , με τα στολίδια και τα σκαλίσματα τους. Και κάτι ακόμη: για τη λαϊκή αντίληψη ήταν αθάνατοι. Χάθηκαν βέβαια κάποτε από το πρόσωπο της γης γλιστρώντας στα τάρταρα, μα ωστόσο δεν πέθαναν ποτέ. Οι Έλληνες δεν πεθαίνουν.
Μ’ αυτήν την μυθική πίστη για τους Έλληνες μπαίνει ο λαός στον αγώνα. Ο Κολοκοτρώνης , οι άλλοι αρχηγοί του, οι δάσκαλοι του γένους, οι ξένοι φιλέλληνες από τα πέρατα της γης τον βεβαιώνουν πως κι αυτός είναι Έλληνας. Ο ασήμαντος, ο ταπεινωμένος ραγιάς είναι από τη φύτρα των Ελλήνων. Ο καταφρονεμένος των ισχυρών, ο εγκαταλειμμένος από τη σύγχρονη Ευρώπη, που οι αρχηγοί της συγκροτούν την Ιερή Συμμαχία για τη διαιώνιση της νομιμόφρονης βίας, ο άνθρωπος που κατέφυγε στα φαράγγια και τις σπηλιές κι επλανιόταν αιώνες και αιώνες στα βουνά και τα όρη, ρίχνει στη μέση της ιστορίας το βάρος της παρουσίας του.
Κι είδε τότε ο κόσμος κι είδαν οι αιώνες όλα τα’ απίστευτα και αλλόκοτα κι’ όλα
όσα φαίνονται όνειρα και παραμύθια.
Γυναίκες που πολεμούν με αντρική ορμή. Αρχόντισσες που κυβερνούνε στόλους. Ανθρώπους του λαού απλοϊκούς που βγαίνουν έξοχοι πολέμαρχοι . ειρηνικές ψαροπούλες που μεταβάλλονται σε τρομερά μπουρλότα και τινάζουν στον αέρα πολεμικά με τους ναυάρχους τους. Η Ελλάδα ακέρια ένα φλεγόμενο ηφαίστειο. Και όπως ενιαίος ήταν ο πόθος κι η λαχτάρα για λευτεριά, έτσι ενιαίος ήταν κι ο αγώνας κι ενιαία η προσπάθεια των Ελλήνων, στη μητρόπολη και στη διασπορά.
Στα σκλαβοπάζαρα της Σμύρνης  , της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας, οι ξεσπιτωμένοι , , άνδρες , παιδιά, γυναίκες  σμίγουν το δάκρυ του κοινού σπαραγμού και της κοινής νοσταλγίας για τη χαμένη πατρίδα. Η Ελλάδα προσδέχεται ενωμένη την Ανάσταση, καθώς ενωμένη είχε δεχτεί και τα μαρτύριο , ένα μαρτύριο που πάντα ανακουφιζόταν απ’ την ελπίδα σε μια Ανάσταση, που την περίμενε σε κάθε βήμα ο Σταυρός. Κανείς όμως δεν μπορεί να ιστορήσει τα ανιστόρητα της εννιάχρονης πάλης γεγονότα χωρίς να υστερήσει ολοφάνερα από το δίκαιο μέτρο μήτε και να το ξεπεράσει. Και ακόμη πιο δύσκολο να αναφέρει κανείς όλους τους ξεχωριστούς πολέμαρχους της στεριάς ή τους θαλασσομάχους ήρωες και παράλληλα τις ξεχωριστές τοποθεσίες και γωνιές της ματωμένης γης που σημαδεύτηκαν από το θρύλο. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να σταθεί ούτε στον γέρο του Μοριά , όσο και αν κατάφερε με την αξιοσύνη του μυαλού του και τη σβελτάδα του σπαθιού να παγιδέψει περίτεχνα το Δράμαλη και να συνεφέρει χτυπώντας με τη βία τους προσκυνημένους. Ούτε πάλι θα ζυγώσει για να αφουγκραστεί των Τούρκικων καραβιών τα μπουρλότα που τινάχτηκαν στον αέρα από τον αλάθητο τορπιλητή.
Σταματά όμως στις μορφές όλων των αγνώστων Μαρτύρων που με το αίμα τους ξαναβλάσταινε το δένδρο της λευτεριάς και ξαναγεννήθηκε το δουλωμένο πνεύμα του ραγιά. Αλλά στις περιπτώσεις αυτές δεν λειτουργεί μόνο η ανθρώπινη μνήμη. Παράλληλα μ’ αυτή και πέρα απ’ αυτή αυθόρμητα γεννιέται κι ο πόνος σαν αντιστήλη για ανέβασμα. Έτσι οι τρυφερές μορφές του Δραγατσανιού δεν αποτελούν απλώς αδύναμες μινιατούρες κάποιας ιστορικής πραγματικότητας. Τους ύμνησε ο Κάλβος με την ποιητική του μούσα και μαζί του σήμερα τους στέλνουμε ένα δάκρυ, ένα απλό δάφνινο στεφάνι. Κι’ έπειτα η σκέψη μας αγκαλιάζει τους υπερασπιστές του Μεσολογγιού, τους ήρωες της Χίου, των Ψαρών , της Κάσου. Έτσι ο Σολωμός τραγουδούσε στους Ελεύθερους Πολιορκημένους του με λυρισμό.
«Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη», δεν υμνούσε μόνο την αναγέννηση όλων των ζωντανών οργανισμών, αλλά και την ανάσταση και τη λύτρωση από την υποδούλωση του πνεύματος. Αυτό ακριβώς το ξαναγέννημα του ανθρώπου εκφράζεται και με την θρησκευτική πλευρά της σημερινής γιορτής. Η μέρα αυτή συνδέθηκε θρησκευτικά με το γεγονός της αναγγελίας της ενσάρκωσης του Χριστού, που έρχεται στον κόσμο , για να του χαρίσει τη λύτρωση.
Όμως ολόκληρος αυτός ο αδυσώπητος και άνισος αγώνας για να ξανακερδηθεί η χαμένη λευτεριά , όσο και αν βρήκε θιασώτες και υποστηρικτές, ανθρώπους , που  μ’ αγνά και ανιδιοτελή κίνητρα έδωσαν ό, τι καλύτερο  για τη δικαίωσή του, σκόνταψε συχνά πάνω σε υφάλους που με τέχνη τοποθετήθηκαν από τους δήθεν υποκινητές του. Δεν έλειψαν ακόμη οι επιρροές από τους ισχυρούς της Ευρώπης που προκάλεσαν μίση και έχθρες στις πιο δύσκολες και κρίσιμες στιγμές.
Ο Σολωμός όμως ποτέ δεν έπαψε να τους υπενθυμίζει πως αν μισούνται ανάμεσά τους δεν τους αξίζει η λευτεριά.
Γιατί η λευτεριά πετυχαίνεται μόνο με αγώνα και θυσίες . μ’ αυτό το όραμα κατάφεραν να συνεχίσουν την προσπάθεια μ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες και φανερώθηκες τότε μπρος σ’ όλα τα έκπληκτα και κακόβουλα μάτια πως το καταπατημένο δίκιο κρύβει ατέλειωτη δύναμη, όταν γίνεται βίωση και αγώνισμα ανθρώπων οπλισμένων με πίστη και ευψυχία. Νίκησε η λευτεριά για μια ακόμη φορά και έτσι μαζί με τον ερχομό της Άνοιξης και την αναγέννηση της φύσης ένας ολόκληρος λαός ξαναγεννιόταν και ξανάβρισκε στην κοιτίδα τους απ’ που αναδύθηκε στα βάθη πολλών αιώνων.
Χρειάστηκαν βέβαια ολόκληρες εννιά άνοιξες που μέσα από δύσκολες πάντα συνθήκες και με αμφίρροπα συχνά αποτελέσματα ολόκληρη αυτή η πάλη αυτός ο αγώνας βρήκε τη δικαίωσή του, αυτήν που 400 χρόνια σκλαβιά καρτερούσε ένας ολόκληρος λαός.
Αν μια εορταστική επέτειος δεν δώσει ένα μήνυμα, ένα παράδειγμα για το σήμερα καταντά γράμμα κενό.
Το μεγάλο δίδαγμα του ‘ 21 θα ‘ ναι πάντα πως ο ελληνικός λαός αψήφισε το μέγεθος των κατακτητών και των εμποδίων , πάλεψε , κινδύνεψε, ενώθηκε, νίκησε.

 Σήμερα μπροστά σε κείνο το μεγαλείο της Επανάστασης του ' 21 εμείς συνεχίζουμε να αναρωτιόμαστε:
"Χρειάζονται οι γιορτές; να κάνουμε παρελάσεις; ποιό είναι το νόημα των εθνικών συμβόλων;"
Εκείνη η μεγάλη ιστορική ώρα ήταν κλήση για θυσία για να ζούμε εμείς ελεύθεροι.
Στη σημερινή ζωή βέβαια δεν φωτιζόμαστε από ολοκαυτώματα.
Πού το πάθος της αρετής;
Που είναι ο ήλιος της αλήθειας να φωτίζει και να θερμαίνει τη ζωή του Έθνους;
Αντί για αγάπη για τη Πατρίδα εμείς απλά διαπιστώνουμε ότι δύσκολα καταλαβαίνει πια κανείς τις έννοιες:
φιλοπατρία, αγώνα για την ελευθερία, πίστη στην παράδοση και στα ιδανικά.
Σε μια ζωή ασφυκτική, ύποπτη, ζωή ανταλλαγμάτων , ζωή καιροσκόπων κι απαθών για την Ελλάδα ανθρώπων, ζωή που ντροπιάζει ...
Ψάχνουμε εναγωνίως και περιμένουμε να αφουγκραστούμε να βρούμε ιδανικά και πρότυπα, που εκφράζουν σωστά το Έθνος. (και ομολογουμένως υπάρχουν ανάμεσά μας)
Κι όπως πάντα εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα που σώζει την Ελλάδα (Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα) .
Σ' αυτό το ίδιο Πνεύμα των αγώνων του Έθνους, το Πνεύμα της 25ης Μαρτίου.
Το Πνεύμα που με τη βοήθεια των καθηγητών εκφράζει η νιότη σήμερα , η γενιά των οραμάτων , η γενιά του μέλλοντος.