Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

 

Νικολάου Ριζόπουλου

Φαντάζεις μεσ’ τη σκέψη μας

Σαν διάφανο αστέρι

Δοξάτο όταν μαρτύρησες,

από του εχθρού το χέρι

 

Τριακόσιοι εξήντα μια φορά

Την άλλη  κι άλλοι τόσοι

Βροντοφωνάζουν στο φονιά

Κανείς δεν θα προδώσει.

 

Και τότε αρχίζει φονικό.

Ματώσανε τα κάστρα, τριγύρω απλώθηκε σιωπή.

Σκοτείνιασαν  οι ουρανοί,

Και χάθηκαν τα άστρα.

 

Γι ‘ αυτόν τον άδικο χαμό

Και μέσα από το χαλασμό

Πήρε το αίμα τους τα’ αχνό

Και έπλασες μια δάδα.

Για φως ξανά στον ουρανό

Ανέσπερο κι αληθινό

Και για καινούργια Ελλάδα.

 

Τώρα σ’ αυτούς η λεβεντιά

Κι όχι τα μοιρολόγια.

 Μνημεία μυριοστόλιστα

Και θύμηση αιώνια.

Αθήνα 29-9-2000

Δοξάτο


Ευρήματα της προϊστορικής εποχής από την τούμπα Δοξάτ Τεπέ –βρίσκεται μεταξύ της Φτελιάς και του Καλαμπακίου, 1.200 μ. περίπου ανατολικά από τη γέφυρα της Τάφρου του Δοξάτου– πιστοποιούν την ύπαρξη νεολιθικού οικισμού στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Δοξάτου. Στη συγκεκριμένη προϊστορική θέση βρέθηκαν φιάλες (μαύρη διακόσμηση σε κόκκινο φόντο, διακόσμηση με γραφίτη, με κόκκινη καφέ ή μαύρη στιλβωμένη επιφάνεια, εγχάρακτη διακόσμηση με επίθετη λευκή ύλη στις εγχαράξεις), «πυξίδες», πίθοι, σφοντύλια και ειδώλια (ανθρώπου, ζώου και πτηνού) της Μέσης (5600-5250 π.Χ.) και Ύστερης (5250-3200 π.Χ.) Νεολιθικής Εποχής.

Η κατοίκηση της περιοχής του Δοξάτου συνεχίστηκε και στους ιστορικούς χρόνους και ελληνιστικός οικισμός εντοπίστηκε στην κωμόπολη. Η παράδοση στις ιπποδρομίες υπήρχε από την αρχαιότητα στην περιοχή Δοξάτου-Φιλίππων, επειδή ο Παυσανίας περιγράφοντας τα αγάλματα στην αρχαία Ολυμπία αναφέρει και ένα που ανήκε στον ιπποτρόφο Λάμπο που είχε πατρίδα του τους Φιλίππους. Μετά την μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ. μικρές κοινότητες ιδρύθηκαν από Ρωμαίους στρατιώτες και προφανώς και στο Δοξάτο, όπου βρέθηκαν 20 λατινικές επιγραφές. Μαρμάρινες λατινικές επιγραφές έχουν βρεθεί στο Δοξάτο, είτε εντοιχισμένες στα σπίτια, στα πηγάδια, στο πλακόστρωτο και στο εσωτερικό του Ιερού Ναού του Αγίου Αθανασίου του Δοξάτου είτε χρησιμοποιούμενες ως ταφόπλακες από τους Τούρκους. Πρόκειται για 3 τιμητικές επιγραφές, 1 ψήφισμα και 16 επιτύμβιες επιγραφές, σε μία από τις οποίες αναφέρονται οι κάτοικοι-Vicani… του Δοξάτου χωρίς όμως να σώζεται και το όνομα αυτής της ρωμαϊκής κώμης.

Στην πρωτοβυζαντινή περίοδο χρονολογούνται και τα δύο κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού τα οποία αποτελούν, σε δεύτερη χρήση, βάσεις ξύλινων κιόνων στο μεσαίο κλίτος του Ιερού Ναού του Αγίου Αθανασίου του Δοξάτου.

Μετά την κατάληψη της περιοχής οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στα πεδινά, στον Άγιο Αθανάσιο (Μπόργιανι) και στο Κεφαλάρι (Μπουνάρ Μπασί), ενώ οι Χριστιανοί πιθανόν συγκεντρώνονται στο Δοξάτο. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας καλλιεργούνταν ρύζι, βαμβάκι και καπνός και ήδη το 1600 το Δοξάτο ήταν μία πλούσια και όμορφη κωμόπολη.

Σε χειρόγραφο του 17ου αιώνα (με πολλά αρχαιότερα μνημονευόμενα τοπωνύμια) από την Ιερά Μονή της Παναγίας της Αχειροποίητου του Παγγαίου αναφέρεται ο όρος Δοξάτο (Δοξάτου). Η ονομασία του Δοξάτου οφείλεται πιθανόν στη θέση του στον ευρύ κάμπο –δοξάτο είναι το ευρύχωρο δωμάτιο του πρώτου ορόφου στα παραδοσιακά μακεδονικά σπίτια.

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή το 17ο αιώνα αναφέρεται στο Δοξάτο: Κατά την εκ Καβάλας προς Βορράν πορείαν μου, διήλθον εκ του χωρίου Μπόργιανι (Άγιος Αθανάσιος) και μετά ολίγην ώραν έφθασα εις κωμόπολιν που λέγεται Δοξάτον. Η κωμόπολις αύτη κειμένη εις ωραίαν τοποθεσίαν περιβάλλεται από κήπους και αμπελώνας και περιλαμβάνει τριακοσίας οικίας, ένα τέμενος, ένα ιεροσπουδαστήριον, λουτρόν και μερικά καταστήματα.

Μετά την Επανάσταση του 1821 το Δοξάτο εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό –λόγω της εξαγωγής των παραγόμενων στην περιοχή του ποσοτήτων καπνού– και πολιτιστικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας.

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου στο Δοξάτο κτίστηκε, σύμφωνα με επιγραφή στη δυτική όψη, το 1867 και είναι τρίκλιτη βασιλική με περίστωα και γυναικωνίτη. Η κόγχη του ιερού εξωτερικά κοσμείται με τυφλά αψιδώματα. Σε επαφή με το δυτικό τοίχο βρίσκεται το καμπαναριό, κτισμένο το 1893 με λαξευτή πέτρα κατά το ισοδομικό σύστημα. Οι εικόνες του τέμπλου αναφέρουν το ζωγράφο Στέργιο από το Νευροκόπι, έχουν επιγραφές αφιερωτών και εκτός από δύο, που ανήκουν στο 1843, οι υπόλοιπες είναι του 1870.

Το 1885 το Δοξάτο είχε 1.300 κατοίκους, 900 Έλληνες και 400 μουσουλμάνους, ενώ το 1910 είχε 2.400 κατοίκους, 1.300 Έλληνες και 1.100 μουσουλμάνους. Το 1876 διατηρούσε, με δαπάνες της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητος, αρρεναγωγείο και το 1878-1879 λειτουργούσε και παρθεναγωγείο. Πριν την καταστροφή της μαρτυρικής κωμόπολης λειτουργούσαν ένα εξατάξιο αρρεναγωγείο, στο οποίο διδάσκονταν 160 μαθητές από 5 δασκάλους, ένα πεντατάξιο παρθεναγωγείο και ένα νηπιαγωγείο, στα οποία διδάσκονταν 90 μαθήτριες και 127 νήπια από 4 δασκάλες. Στις 9 και 10 Ιανουαρίου του 1927 πραγματοποιήθηκε στο Δοξάτο το Β΄ Τοπικό Παιδαγωγικό Συνέδριο. Το 1874 ιδρύθηκε η φιλεκπαιδευτική αδελφότητα «Οι Φίλιπποι», που διατηρούσε ένα οργανωμένο αναγνωστήριο για τους νέους –ήταν ένα τριώροφο κτίριο δίπλα στο ιερό του ναού του Αγίου Αθανασίου, το αναγνωστήριο κατεδαφίστηκε από τους Βουλγάρους το 1943. Το 1879 αναφέρεται και μια Αρχαιολογική Εταιρεία που είχε ως σκοπό τη συγκέντρωση λαογραφικού υλικού και περισυλλογή αρχαιολογικών θησαυρών και ζωντανών γλωσσικών μνημείων του λαού, προσπάθεια που απέσπασε την επιδοκιμασία της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών. Επίσης, στο Δοξάτο υπήρχαν ένας μουσικός όμιλος (φιλαρμονική), ένας δραματικός όμιλος, μία «Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών» και το 1909 η αδελφότης «Ομόνοια» με πρόεδρο τον Δ. Κοτρότση, γραμματέα τον Ι. Μπέτσο και γιατρό τον Ιω. Σαιρφαρίκα. Το 1908 κτίστηκε στο Δοξάτο καινούριο διδακτήριο με ερανική προσφορά των κατοίκων και ολοκληρώθηκε το 1909 –καταστράφηκε το 1913 και ανακατασκευάστηκε το 1924. Η θεμελίωσή του έγινε από τον Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο. Το διδακτήριο είχε 13 αίθουσες, δύο γραφεία, δύο αποθήκες και πλακόστρωτη στέγη με τρεις τρούλους και η δαπάνη του ανήλθε στις 5.000 τουρκικές χρυσές λίρες. Στη στέγη του διδακτηρίου γίνονταν μυστικές συσκέψεις για τον απελευθερωτικό αγώνα. Πρωτοπόρος στο Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Δράμας ήταν ο Εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος. Στα σχολεία του Δοξάτου φοίτησαν αγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα και το 1902 είχε οργανωθεί η Επιτροπή Άμυνας Δοξάτου.

Η περιοχή της Δράμας κατελήφθη από τους Βουλγάρους τον Οκτώβριο του 1912, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό την 1η Ιουλίου 1913, κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου. Κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Δράμας οι Βούλγαροι κατέστρεψαν την κωμόπολη του Δοξάτου. Στις 26 Ιουνίου 1913 οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν το Δοξάτο και σχηματίστηκε ελληνική ομάδα πολιτοφυλακής που απέκρουσε επίθεση των Βουλγάρων στις 28 Ιουνίου. Μετά την απελευθέρωση της Καβάλας η οπισθοφυλακή των Βουλγάρων που υποχωρούσαν προς τη Δράμα μέσω του Δοξάτου δέχτηκε πυρά από Έλληνες στρατιώτες χωρίς να υπάρξουν θύματα. Με αφορμή αυτό το γεγονός οι Βούλγαροι αποφάσισαν να στραφούν κατά του Δοξάτου. Η επίθεση του βουλγαρικού στρατού (με πεζικό, ιππικό και 4 πυροβόλα) άρχισε στις 7 το πρωί της Κυριακής της 30ής Ιουνίου. Οι κάτοικοι του Δοξάτου που βρίσκονταν στο ναό του Αγίου Αθανασίου έτρεξαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Οι Βούλγαροι στρατιώτες, μαζί με 30 περίπου Τούρκους της κωμόπολης, λόγχιζαν αδιάκριτα άνδρες, γυναίκες και παιδιά, εισέβαλαν στα σπίτια, τα λαφυραγωγούσαν και τα πυρπολούσαν –συνολικά δολοφόνησαν 650 άνδρες, γυναίκες και παιδιά και πυρπόλησαν 240 σπίτια και 80 καταστήματα.

Επειδή με την καταστροφή του Δοξάτου ισοπεδώθηκε σχεδόν το σύνολο του οικισμού, το Δοξάτο εντάχθηκε στην ομάδα πόλεων και χωριών της Ανατολικής Μακεδονίας όπου προγραμματίστηκε η οργανωμένη ανοικοδόμηση (ήδη από το 1919 η Υπηρεσία Ανοικοδομήσεως είχε στείλει στη Δράμα 30 εμπειροτέχνες τοπογράφους και μηχανικούς). Το σχέδιο ρυμοτομίας του Δοξάτου –ορθογώνιος κάνναβος με κάποιες αποκλίσεις από την απόλυτη κανονικότητα– του 1923 αγνόησε τον παλαιότερο ιστορικό πολεοδομικό ιστό του Δοξάτου, με αποτέλεσμα τη ριζική αλλαγή της παραδοσιακής κλίμακας και της μορφολογίας του οικισμού του 19ου αιώνα. Οι περισσότερες νέες κατοικίες (Βογιατζή, Ζιγκίλη) άρχισαν να ανεγείρονται στη δεκαετία του 1920, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η έντονη διακοσμητική διάθεση, συνδυασμένη με την επιλεκτική νοοτροπία, έδωσε μια σειρά από παραδείγματα εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής. Οι περισσότερες είναι διώροφες κατοικίες και περιβάλλονται από ελεύθερο χώρο. Το ισόγειο είναι ενιαίο και χρησίμευε ως χώρος εργασίας για την αρχική ταξινόμηση του καπνού. Στον όροφο τοποθετούνται οι χώροι υποδοχής και τα υπνοδωμάτια, ακολουθώντας την τυπική διάταξη με την κεντρική σάλα και τα δωμάτια εκατέρωθεν. Ένα τρίτο επίπεδο με μικρό ύψος, στο οποίο περιλαμβανόταν και η στέγη, χρησίμευε για το στέγνωμα του καπνού. Οι κατασκευές ήταν μικτές από πέτρα και πλίνθους με ανθεκτικά κονιάματα. Τα οριζόντια διαφράγματα, η στέγη και τα κουφώματα ήταν ξύλινα. Το μορφολογικό και διακοσμητικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις κύριες όψεις των κτιρίων. Ο κλασικισμός αναγνωρίζεται από την αναζήτηση της συμμετρίας μέσα από τη μελέτη των αναλογιών και τον τρόπο που τα μέρη εντάσσονται στο σύνολο και συνδυάζεται με στοιχεία της Art nouveau, της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Οι συνθέσεις του ζωγραφικού διακόσμου είναι επηρεασμένες από ευρωπαϊκά πρότυπα της Art nouveau και η σχέση ανάμεσα στο φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο φαίνεται ισόρροπη. Στη χρωματική κλίμακα κυριαρχούν οι απαλοί και γλυκείς τόνοι, που ορισμένες φορές ανήκουν στο ίδιο βασικό χρώμα. Το Δοξάτο αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδειγμα της μεθόδου εφαρμογής των νέων αρχών της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής στα γεωργικά κέντρα της επαρχίας του βορειοελλαδικού χώρου.

Μετά το 1922 στην περιοχή του Δοξάτου καταφτάνουν Έλληνες πρόσφυγες από τη Θράκη, τα παράλια της Μικράς Ασίας, την Καππαδοκία και τον Πόντο, ενώ από το τέλος του 19ου αιώνα στην περιοχή είχαν εγκατασταθεί Έλληνες έμποροι από την Ήπειρο.

Το βράδυ (στις 9) της 28ης Σεπτεμβρίου 1941 μία ομάδα ανταρτών (25-33 άτομα) με ορμητήριο το Τσαλ Νταγ (όρη Λεκάνης) και με αρχηγό τον έφεδρο ανθυπολοχαγό, δικηγόρο Χρήστο Καλαϊτζίδη από τον Νικηφόρο μπήκε στο Δοξάτο και πήρε τους άντρες της ομάδας του χωριού από τα σπίτια τους. Στις 11 το βράδυ οι αντάρτες επιτέθηκαν και πυρπόλησαν το σταθμό χωροφυλακής του Δοξάτου, σκότωσαν 8 και τραυμάτισαν άλλους Βούλγαρους χωροφύλακες. Ανάμεσα στους Βούλγαρους τραυματίες ήταν και ο Νομάρχης Δράμας Βασίλ Γκεοργκίεφ, ο οποίος είχε σπεύσει στο Δοξάτο μαζί με 16 χωροφύλακες και ένοπλους πολίτες. Οι αντάρτες στη συνέχεια κατέφυγαν στο Τσαλ Νταγ και τους ακολούθησαν 200 περίπου Δοξατινοί.

Τις πρωινές ώρες της 29ης Σεπτεμβρίου βουλγαρικό απόσπασμα μπήκε στο Δοξάτο, ενώ βουλγαρικό αεροπλάνο βομβάρδισε τα ακρινά σπίτια. Οι Βούλγαροι συνέλαβαν 200 περίπου κατοίκους, τους οδήγησαν στο σπίτι του Πέτρου Ηλιάδη κοντά στη θέση «Πευκάκια» και ολόκληρο το βράδυ μέχρι και τα ξημερώματα της 30ής Σεπτεμβρίου οδηγούσαν ομάδες των 15-20 ατόμων σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, στο δρόμο προς την Αδριανή, για εκτέλεση. Σύμφωνα με τους Δ. Πασχαλίδη και Χατζηαναστασίου, οι Βούλγαροι εκτέλεσαν στο Δοξάτο 182 Έλληνες (166 ντόπιους και 16 από άλλες περιοχές) ενώ 18 Δοξατινοί σκοτώθηκαν σε άλλες περιοχές –σύνολο 200 θύματα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου